Η αλήθεια για τις τράπεζες

Τράπεζες-και-ρίσκο-πραγματικό

.Η προσπάθεια της ΕΚΤ να «χειραγωγήσει» τις αγορές, με τη βοήθεια ενός τεστ που, παρά την ονομασία του, δεν έλαβε καθόλου υπ’ όψιν τους ήδη υφιστάμενους κινδύνους που αφορούν το χρηματοπιστωτικό σύστημα, πόσο μάλλον τους ακραίους (άρθρο), δημιούργησε τελικά πολύ μεγαλύτερα προβλήματα, από αυτά που υπήρχαν.

Εκτός από όλα όσα έχουμε ήδη αναφέρει το γεγονός ότι, κάθε τράπεζα εξετάσθηκε χωριστά και όχι ως μέρος ενός συνόλου, όπου τυχόν πρόβλημα της μίας θα είχε λογικά συνέπειες για πολλές άλλες (για παράδειγμα, εάν τυχόν χρεοκοπούσε η Εθνική, δεν θα έμενε αλώβητη η Πειραιώς), αποτελεί μία ακόμη λανθασμένη «παραδοχή». Επίσης το ότι, η κάθε τράπεζα εκτίμησε μόνη της το ρίσκο των δανείων ή των άλλων τοποθετήσεων της, χωρίς να ελεγχθεί η «κατηγοριοποίηση» από την ΕΚΤ.

Τέλος, το βασικό κριτήριο της διεξαγωγής του τεστ αντοχής δεν ήταν δυστυχώς τα πραγματικά ίδια κεφάλαια των τραπεζών, αλλά αυτά που αντιστοιχούσαν στα ρίσκα που αναλάμβαναν. Με απλά λόγια έγινε αποδεκτό το ότι η κάθε τράπεζα, όταν έχει στην κατοχή της ασφαλή χρεόγραφα (ομόλογα κλπ.), δεν χρειάζεται να διαθέτει αντίστοιχα εγγυητικά κεφάλαια – σε μία εποχή που η συγκεκριμένη αξιολόγηση δεν είναι καθόλου αυτονόητη.

Σαν αποτέλεσμα των παραπάνω τεχνασμάτων, το χρηματοδοτικό κενό των ευρωπαϊκών τραπεζών υπολογίσθηκε τελικά στα 25 δις €, εκ των οποίων τα 15 δις € έχουν ήδη δρομολογηθεί – επομένως στα 10 δις €, όταν πιο ρεαλιστικά μοντέλα το τοποθετούν στα 487 δις €.

Φυσικά η «τραπεζική βόμβα νούμερο ένα», το ίδρυμα με το μεγαλύτερο ρίσκο παγκοσμίως, η Deutsche Bank, θεωρήθηκε ασφαλής – όταν, σύμφωνα με το κέντρο διαχείρισης ρίσκου της Λωζάννης (Centre for Risk Management Lausanne), η τράπεζα βρίσκεται στην πρώτη θέση, με ένα «συστημικό ρίσκο» που υπολογίζεται στα 75,4 δις € (γράφημα).

 .

Ευρώπη – το πραγματικό χρηματοδοτικό κενό των Τραπεζών

Ευρώπη – το πραγματικό χρηματοδοτικό κενό των Τραπεζών (πηγή: κέντρο διαχείρισης ρίσκου της Λωζάννης).

 .

Ακολουθείται βέβαια από τις τρεις μεγάλες γαλλικές τράπεζες, στις οποίες δεν έκανε καμία αναφορά η ΕΚΤ, από την ολλανδική ING που επίσης θεωρήθηκε ασφαλής, από την ιταλική Unicredit που έχει μεγάλη παρουσία στη Γερμανία, από την γαλλική BPCE Group, από τη γερμανική Commerzbank, από την ισπανική Santander, από αυστριακές κοκ.  – από τράπεζες δηλαδή που δεν έχουν, κατά την ΕΚΤ, κανέναν κίνδυνο!

Φυσική η «πρώτη μεταξύ των πρώτων», η Deutsche Bank, μείωσε το ρίσκο της σε σχέση με το ξέσπασμα της κρίσης. Παραμένει όμως τριπλάσιο συγκριτικά με τα έτη πριν το 2006 – ενώ ήδη το 2011 ο πρώην βασικός οικονομολόγος του ΔΝΤ ανέφερε πως η τράπεζα έχει το μεγαλύτερο ρίσκο στον πλανήτη (άρθρο), λόγω της μόχλευσης της, η οποία τοποθετήθηκε στο 1,44.

Μία μόχλευση αυτού του μεγέθους σημαίνει ότι, η Deutsche Bank, για κάθε ένα ευρώ ιδίων κεφαλαίων, διαθέτει 44 ευρώ ξένα κεφάλαια, δανεικά δηλαδή – οπότε ξεπερνάει τη Lehman Brothers, κατά τη στιγμή της χρεοκοπίας της. Τεχνικά λοιπόν η τράπεζα θα έπρεπε να χρεοκοπήσει, εάν υποχρεωνόταν να αποσβέσει περισσότερα από το 2,27% των δανείων της – αφού το ποσόν, η ζημία δηλαδή, θα υπερέβαινε πλέον τα δικά της κεφάλαια.

Η πιθανότητα αυτή δεν είναι σε καμία περίπτωση φανταστική – πόσο μάλλον όταν η τράπεζα απειλείται με πλήθος δικαστικών προστίμων, λόγω της συμμετοχής της σε διάφορες μορφές χειραγώγησης. Σήμερα, η μόχλευση της είναι 1:50,68 όπως φαίνεται από το γράφημα του κέντρου της Λωζάννης (πηγή) – οπότε ευρίσκεται σε πολύ χειρότερη θέση, συγκριτικά με το 2011. Τετραπλάσια δε σε σχέση με την πλέον μοχλευμένη αμερικανική τράπεζα, η οποία είναι η J.P. Morgan, με 1:11,51 (πηγή).