Η «επιστροφή» Γάλλων και Βρετανών στη Μέση Ανατολή

By 12 Δεκεμβρίου 2014 Άρθρα, Διεθνή No Comments
el.wikipedia.org Οι περιοχές του κόσμου που κάποτε ήταν τμήμα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Τα τωρινά Βρετανικά Υπερπόντια Εδάφη υπογραμμίζονται με κόκκινο.

el.wikipedia.org
Οι περιοχές του κόσμου που κάποτε ήταν τμήμα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Τα τωρινά Βρετανικά Υπερπόντια Εδάφη υπογραμμίζονται με κόκκινο.



Για τη Μέση Ανατολή, η εποχή των παλαιών αποικιακών αυτοκρατοριών έληξε άδοξα το 1956 όταν η επίθεση που εξαπέλυσαν η Βρετανία και η Γαλλία, με τη σύμπραξη του Ισραήλ, εναντίον της Αιγύπτου του Nasser για την εθνικοποίηση της Διώρυγας του Σουέζ προσέκρουσε στην αντίδραση τόσο των ΗΠΑ όσο και της Σοβιετικής Ένωσης.

Οι μονομάχοι του Ψυχρού Πολέμου επιβεβαίωσαν ότι το διεθνές σκηνικό είχε νέους πρωταγωνιστές και ότι η απο-αποικιοποίηση ήταν μια διαδικασία που δεν μπορούσε να αντιστραφεί.

Και όμως: έξι δεκαετίες αργότερα, Βρετανία και Γαλλία επιχειρούν μια θεαματική “επιστροφή” – αξιοποιώντας την αναταραχή που εγκαινίασε η λεγόμενη “Αραβική Άνοιξη”. Οι δύο ευρωπαϊκές δυνάμεις είχαν καταλυτικό ρόλο στην ανατροπή του Qaddhafi στη Λιβύη (οπότε οι ΗΠΑ δοκίμασαν το σχήμα της “οδήγησης από το πίσω κάθισμα”, αφήνοντας την πρωτοβουλία στους συμμάχους τους), ενώ η Γαλλία ειδικότερα είχε τον πλέον τυχοδιωκτικό ρόλο στη συριακή κρίση, των 200.000 νεκρών και εκατομμυρίων προσφύγων, πιέζοντας μέχρι σήμερα για “αλλαγή καθεστώτος” στη Δαμασκό, την ώρα που η Ουάσιγκτον επιφυλάσσεται.

Πρόκειται για μία στάση, η οποία υπαγορεύεται από ανομολόγητη αποικιακή νοσταλγία των δύο αυτών χωρών (λ.χ. η Συρία και ο Λίβανος τελούσαν υπό γαλλική εντολή προπολεμικά), από την ανάγκη αποκατάστασης των ενδο-ευρωπαϊκών ισορροπιών (με την υπενθύμιση στη Γερμανία του ρόλου τους ως στρατιωτικών δυνάμεων και μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ), αλλά και από τις στενές σχέσεις τους με τις μοναρχίες του Περσικού Κόλπου: το City του Λονδίνου αποτελεί κρίσιμο κόμβο ανακύκλωσης αραβικών κεφαλαίων, ενώ το Παρίσι δωροδοκείται με κινήσεις όπως η δωρεά 2 δισ. δολαρίων από τη Σαουδική Αραβία στον Λίβανο για να προμηθευτεί γαλλικό οπλισμό).

Επιπλέον, η γαλλική διπλωματία αναλαμβάνει ενεργό ρόλο στην ισραηλινο-παλαιστινιακή σύγκρουση, “καρδιά” όλων των προβλημάτων της περιοχής, προτείνοντας τη συγκρότηση διεθνούς διάσκεψης η οποία εντός διετίας θα επιτύχει μία λύση δύο κρατών επί τη βάσει της πρότασης του Σαουδάραβα βασιλιά Αμπντουλλάχ που εγκρίθηκε από τον Αραβικό Σύνδεσμο το 2002.

Τίποτε όμως δεν εικονογραφεί περισσότερο θεαματικά αυτή την “επιστροφή”, από τη συμφωνία που υπογράφηκε, μετά από δύο χρόνια διαπραγματεύσεων, το Σάββατο στη Μανάμα από τον υπουργό Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου Philip Hammond για τη δημιουργία μόνιμης βρετανικής στρατιωτικής βάσης της Βρετανίας στο Μπαχρέιν – σε μιαν αντιστροφή της απόφασης της Εργατικής κυβέρνησης του Harold Wilson το 1968 να τερματίσει κάθε στρατιωτική παρουσία “ανατολικώς του Σουέζ” μέχρι το 1971.

Η ίδρυση βρετανικής στρατιωτικής βάσης στο Μπαχρέιν, ασφαλώς προέκυψε κατόπιν συνεννόησης με τις ΗΠΑ, αφού στο νησιωτικό βασίλειο έχει την έδρα του ο αμερικανικός Πέμπτος Στόλος. Αποτελεί, δε, την εγκατάλειψη κάθε προσχήματος σε ό,τι αφορά την ενθάρρυνση του εκδημοκρατισμού της περιοχής, καθώς το Μπαχρέιν υπήρξε η χώρα του Περσικού Κόλπου όπου η παλαιά τάξη πραγμάτων αμφισβητήθηκε περισσότερο από οπουδήποτε αλλού – και επιβίωσε μόνο χάρη στη στρατιωτική επέμβαση των Σαουδαράβων και λοιπών γειτόνων, κατόπιν προσκλήσεως της δυναστείας των Khalifa. Παρότι παρουσιάσθηκε ως σύγκρουση σεκτών υποκινούμενη από την Τεχεράνη (εφόσον η βασιλική οικογένεια είναι σουνιτική ενώ ο πληθυσμός στην πλειονότητά του σιιτικός), το κίνημα κατά της απόλυτης μοναρχίας στο Μπαχρέιν έχει ισχυρές ρίζες, όπως αποδεικνύουν οι συνεχιζόμενες μέχρι σήμερα παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων για την καταστολή του.

Τέτοιες “λεπτομέρειες” προφανώς δεν απασχολούν το Λονδίνο, το οποίο με την συμφωνία του Σαββάτου, εμφανίζεται να δίνει ισχυρή “ψήφος εμπιστοσύνης” στους Khalifa και συνολικά στις μοναρχίες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου. Η συγκυρία άλλωστε είναι λεπτή, καθώς οι συνομιλίες της ομάδας “5+1” των μεγάλων δυνάμεων με την Τεχεράνη για το πυρηνικό της πρόγραμμα παρατείνονται εν μέσω αβεβαιότητας, ενώ πληθαίνουν τα δείγματα ότι η Ουάσιγκτον οδηγείται σε κλιμάκωση της στρατιωτικής της παρουσίας στο Ιράκ, λόγω του Ισλαμικού Κράτους, και ενδεχομένως και σε επιχείρηση “αλλαγής καθεστώτος” στη Συρία, όπως επιθυμούν η Άγκυρα και το Παρίσι.

Η μόνιμη ναυτική παρουσία της Βρετανίας στο Περσικό Κόλπο δεν αποτελεί μόνο άλλη μία ψηφίδα στην περικύκλωση του Ιράν – το οποίο ταλαντεύεται ανάμεσα στην υπεράσπιση των περιφερειακών του συμμάχων και το στοίχημα της αποκατάστασης των σχέσεών του με τη Δύση.

Αποτελεί και ένα “μήνυμα” προς τις ευρασιατικές δυνάμεις, καθώς πριν από λίγες μόνο εβδομάδες η Κίνα πραγματοποίησε κοινές ασκήσεις με το Ιράν έξω από τα Στενά του Ορμούζ. Σε συνδυασμό με την βάση του Diego Garcia (σε βρετανική κτήση στον Ινδικό Ωκεανό η οποία ενοικιάζεται στις αμερικανικές δυνάμεις), η περαιτέρω συγκέντρωση αγγλοσαξονικών δυνάμεων στον Περσικό Κόλπο αποτελεί προληπτική απάντηση στο σχέδιο του Πεκίνου για τη δημιουργία ενός “περιδεραίου μαργαριταριών”, δηλ. μιας σειράς συμφωνιών για την παροχή λιμενικών διευκολύνσεων, σε όλη τη θαλάσσια οδό από την Άπω έως τη Μέση Ανατολή.